Τρίτη, Οκτώβριος 20, 2009
Up with the Freequency!
Η στιγμή που πραγματικά αντιλαμβάνεσαι ότι όλα είναι εκεί και αρκεί ν’ απλώσεις το χέρι για να τα πιάσεις. Η στιγμή αυτή είναι διττή. Μια κάμερα και ένα μαγνητόφωνο θα κατέγραφαν την απόλυτη ηρεμία. Την μία πλευρά.
Χρώματα παλεύουν μεταξύ τους για το ποιό θα επικρατήσει και εσύ χώνεις τον δείκτη με περιέργεια για να δεις ποιά τελικά απόχρωση θα σου αφήσουν στο δάχτυλο. Άηχες κραυγές χαράς μπασταρδεμένης με αγωνία, άγχος και ενθουσιασμό σου τρυπάνε το τύμπανο και κάποιο απ’ τα κουσούρια που απέκτησες παλιά παίρνει ένα σφυρί, δύο τρείς πρόκες και σου καρφώνει ένα ηλίθιο χαμόγελο στα χείλη. Καλώς ήλθες στην άλλη πλευρά νεαρέ.
O Freequency θα εκπέμψει για πρώτη φορά ακριβώς την στιγμή που η φινετσάτη Παρασκευή θα κλωτσήσει στον κώλο την ξενέρωτη Πέμπτη για να ξεκουμπιστεί. Συντονιστείτε λοιπόν..
Υ.Γ. προς λοιπούς freequencers: thanks..
Πέμπτη, Οκτώβριος 08, 2009
«Αντίχριστος - Antichrist (Lars von Trier, 2009)»

«αντί»
Αυτός (Willem Dafoe) και αυτή (Charlotte Gainsbourg) χάνουν τον γιό τους . Αυτός, ψυχαναλυτής, αποφασίζει να βοηθήσει την γυναίκα του που καταρρέει. Αυτή φοβάται. Η γνωστική ψυχανάλυση επιβάλλει την κατά μέτωπο έκθεση του «ασθενή» με τους ίδιους του τους φόβους και το ζευγάρι καταφεύγει σε ένα απομονωμένο καταφύγιο στο δάσος, την Εδέμ.
Εδέμ. Το «λίκνο της ανθρωπότητας», ο επίγειος κήπος των πρωτόπλαστων κατά την Βίβλο. Εκεί απ’ όπου εκδιώχθηκαν ο Αδάμ και η Εύα όταν δοκίμασαν τον καρπό απ’ το δέντρο της Γνώσης του καλού και του κακού. Η Εδέμ του Τρίερ μοιάζει με την βιβλική αλλά έχει και μια βασική διαφορά: το δέντρο στο κέντρο της είναι ξεραμένο. Η ιστορία εδώ αντιστρέφεται. Η γυναίκα και ο άνδρας έχουν γνωρίσει το πάθος, έχουν γευτεί τις απολαύσεις της σάρκας. Έχουν εκπέσει ήδη στα μάτια του Θεού. Το παιδί τους πεθαίνει και ο Τρίερ τους γυρίζει εκεί απ’ όπου όλα ξεκίνησαν. Οι σταθμοί της ταινίας είναι ξεκάθαροι όπως και τα κεφάλαιά της: Θλίψη, Πόνος, Απόγνωση. Και όταν εμφανιστούν οι τρείς επαίτες τότε έχει έρθει η ώρα του Θανάτου. Ο Τρίερ προικίζει τους πρωταγωνιστές του με αρετές αλλά ακόμα περισσότερο αναδεικνύει τα κουσούρια τους. Η εμπειρία των ηρώων του αντιπροσωπεύει την εμπειρία της ανθρώπινης ιογένειας. Την ιογένεια που ενυπάρχει σε κάθε ανθρώπινο ον και καλύφθηκε μέσα στους αιώνες από πολιτισμικά πέπλα από αυτούς που διακήρυτταν παράλληλα τον οριστικό διαχωρισμό του ανθρώπου απ’ το ζώο. Η μάχη εδώ δεν είναι απέναντι στην φύση αλλά έχει ως σκοπό την αποκάλυψη της ίδιας της ανθρώπινη φύσης ή τουλάχιστον της κρυμμένης πλευράς της. Εξού και ο Αντίχριστος – η ανάποδη της δημιουργίας πορεία.
«Το χάος βασιλεύει»
«Οι σκηνές προσθέτονταν χωρίς λόγο. Εικόνες συνθέτονταν χωρίς να ακολουθείται κάποια λογική ή κάποιου είδους κινηματογραφική σκέψη.. Συχνά προέρχονταν από όνειρα που έβλεπα εκείνη την εποχή, ή από όνειρα που είχα δει παλιότερα στη διάρκεια της ζωής μου. Για μια ακόμη φορά, το θέμα ήταν η Φύση, αλλά με ένα τρόπο διαφορετικό, περισσότερο ευθύ απ’ ό, τι παλιά. Με έναν τρόπο πιο προσωπικό». Ο Τρίερ γράφει και σκηνοθετεί τον Αντίχριστο σε μια πολύ δύσκολη γι’ αυτόν περίοδο. Ο ίδιος εξομολογείται σήμερα: «Πριν από περίπου δύο χρόνια, υπέφερα από κατάθλιψη. Ήταν μια πρωτόγνωρη εμπειρία για μένα. Τα πάντα, χωρίς καμία εξαίρεση, μου φαίνονταν άνευ σημασίας και αξίας. Δεν μπορούσα να δουλέψω. Έξι μήνες αργότερα, σαν άσκηση απλώς, έγραψα ένα σενάριο. Ήταν ένα είδος θεραπείας, αλλά και συγχρόνως μια αναζήτηση, ένα πείραμα για να δω αν θα μπορούσα να γυρίσω ποτέ ξανά κάποια ταινία. Το σενάριο τέλειωσε και γυρίστηκε χωρίς μεγάλο ενθουσιασμό, όπως ήταν, κι αξιοποιώντας ούτε το μισό από τις σωματικές αλλά και τις πνευματικές μου δυνατότητες.»
Ο Αντίχριστος είναι η Εδέμ του Τρίερ, ο τόπος που επιστρέφει για να βρει την κάθαρση, με όποιον τρόπο και αν αυτή επέλθει. Έρχεται αντιμέτωπος με τους προσωπικούς του δαίμονες. Νίκη δεν είναι να τους εξαφανίσεις. Αυτό είναι ουτοπικό. Νίκη είναι να μάθεις να συμβιώνεις μαζί τους, να συμβιβαστείς με την παρουσία τους και στο τέλος να τους χρησιμοποιήσεις. «Αυτοί όμως οι δαίμονες είναι φίλοι μου. Ίσως αυτό είναι το πλεονέκτημα του να φτιάχνεις ταινίες: οι δαίμονες, που είναι τόσο επίπονοι όταν τους συναντάς, αποκτούν ένα διαφορετικό ρόλο. Γίνονται φίλοι σου όταν τους ενσωματώνεις σε ένα έργο. Γίνονται συμπαίκτες σου, συνεργοί σου. Ίσως ο Μουνχ να ένιωθε πολύ καλά με την «Κραυγή» του.»
Ο Αντίχριστος συνιστά κινηματογραφική εμπειρία την οποία ο θεατής καλείται να βιώσει, όχι να εξηγήσει. Απαιτεί ανοικτό μυαλό. Απαιτεί δεκτικές τις αισθήσεις του θεατή για να απολαύσει την σκοτεινή και ακραία ρομαντική ατμόσφαιρα που δημιουργούν οι εξαιρετικές εικόνες που στήνουν ο Τρίερ με τον διευθυντή φωτογραφίας του, Άντονι Ντοντ Μαντλ (Slumdog Millionaire, Dogville, Festen και πολλές άλλες). Οι ηθοποιοί είναι μόνο δύο σε όλη την ταινία αλλά παίζουν για είκοσι (βραβείο καλύτερης ηθοποιού για την Charlotte Gainsbourg στις Κάννες). Οι σκηνές με το πέος που εκσπερματώνει αίμα ή με το σκουριασμένο ψαλίδι που χρησιμοποιεί η πρωταγωνίστρια για να κόψει την κλειτορίδα της δεν συνιστούν μεγαλύτερη εκδήλωση βίας απ’ την αντίστοιχη εκδήλωσή της (με άλλες μορφές ίσως) καθημερινά στις ανθρώπινες κοινωνίες. Η ρεαλιστική αναπαράσταση των ερωτικών σκηνών δεν συνιστά πορνογραφία καθώς αυτές οι σκηνές δεν είναι προϊόν προς κατανάλωση. Ο Τρίερ απευθύνεται στο κοινό που θα παραδοθεί για 2 ώρες παρά κάτι στο δημιούργημά του και όχι στους τυχοδιώκτες της σκοτεινής αίθουσας οι οποίοι με χαρακτηριστική ευκολία έσπευσαν να τον κατηγορήσουν για μισογυνισμό, υπερβολικές σκηνές βίας και σκηνοθετική υπεροψία. Εξάλλου στο δεύτερο κοινό απέφυγε να απευθυνθεί όταν ο Σπίλμπεργκ τον κάλεσε στις αρχές της δεκαετίας του ’90 να δουλέψει στο Χόλυγουντ και αυτός αρνήθηκε. Το σινεμά του είναι βαθιά προσωπικό και δεν χρίζει χειραγώγησης. Ευτυχώς.
Παρασκευή, Σεπτέμβριος 25, 2009
Μια ιστορία της γιαγιάς
«Ήταν αναπάντεχα καλά για μέσα στην βδομάδα» σκέφτηκε και τυλίχτηκε με εκείνη την γαλάζια ζακέτα που τόσο χαιρόταν που τελικά πήρε μαζί της. Ένα απροσδιόριστης προέλευσης μειδίαμα της ξέφυγε απ' τα χείλη και αυτή συνέχισε προς το αμάξι. Είχε παρκάρει κοντά. Το κέντρο μεσοβδομαδιάτικα είναι άδειο το βράδυ. Μόνο υγρασία είχε, που θάμπωνε τα τζάμια των αυτοκινήτων, και αυτό το κίτρινο φως που έπεφτε απ’ τις κολώνες ίσα ίσα για να της θυμίσει ότι ήταν ώρα να γυρίσει.
Έστριψε στο στενό που είχε παρκάρει. Από μακριά δεν κατάλαβε τι ακριβώς ήταν. Το περασμένο της ώρας και ο έρημος δρόμος συνωμότησαν επιβραδύνοντας το βήμα της. Συνέχισε να περπατάει διστακτικά προσπαθώντας ταυτόχρονα να μην κάνει θόρυβο με τα παπούτσια. Προσπαθούσε να καταλάβει τι ακριβώς ήταν ακουμπισμένο στο καπό του αυτοκινήτου της. Ήταν άνθρωπος; Κοίταξε αγχωτικά τριγύρω της μερικές φορές και διστακτικά πλησίασε. Πρόσωπο δεν μπορούσε να διακρίνει. Το κεφάλι ήταν πλαγιασμένο στο καπό, τα χέρια διπλωμένα κάτω απ’ το στέρνο ενώ τα πόδια κρατούσαν αντίσταση στο πεζοδρόμιο. Ένα μπλε μαντήλι κουκούλωνε σχεδόν όλο το σώμα. «Είναι μια γριά».
Το χέρι της μπήκε κατευθείαν στην τσάντα και ακούμπησε το κινητό. Σκέφτηκε να πάρει την Σ. που είχε πάει για να βρεί ταξί λίγο πιο πάνω. Κοίταξε για ακόμη μια φορά γύρω της. Ψυχή.
«Άστη μωρέ» σκέφτηκε. «Θα ξυπνήσω την γιαγιά και θα σηκωθώ να φύγω».
Το χέρι της βγήκε απ’ την τσάντα και ακολούθησε τροχιά κατευθείαν προς την πλάτη της ηλικιωμένης. Την ακούμπησε, αφήνοντας ένα διστακτικό «με συγχωρείτε» να ακουστεί. Η γριά έβηξε πνιχτά και με αργές κινήσεις ελευθέρωσε τα χέρια απ’ το στέρνο. Τα στερέωσε στο αμάξι και προσπάθησε να σηκωθεί. Η Κ. άπλωσε κατευθείαν τα χέρια και την βοήθησε να σταθεί.
-Είστε καλά;
Η γριά κατάφερε να γυρίσει και με βαριές κινήσεις έκατσε στο μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου. Το κεφάλι της ήταν καλυμμένο με το μπλε μαντήλι όπως και το υπόλοιπο σώμα μέχρι και το γόνατο.
- Σ’ ευχαριστώ.
Κάτω απ’ τα γόνατα ένα μαύρο μάλλινο χοντρό καλσόν οδηγούσε σε κάτι ξεσκισμένα λασπωμένα παπούτσια. Η Κ. έκανε να παρατηρήσει το πρόσωπο. Δεν μπόρεσε πάλι να ξεχωρίσει πολλά πέρα απ’ το ότι η γυναίκα φαινόταν χλωμή.
- Συγγνώμη κοπέλα μου.
Οι λέξεις έβγαιναν με δυσκολία απ’ το στόμα της. Συνειρμικά, την συνδύασε με άνθρωπο αγράμματο που δεν μπορεί να βάλει τις λέξεις στην σωστή σειρά.
« Πήγαινα κει…», και έδειξε με το χέρι προς τον δρόμο αριστερά, «ακούμπησα να κοιμηθώ δω. Δεν ήθελα, συγγν…». Η γριά έπνιξε την τελευταία της λέξη και κατέβασε το πρόσωπό εξαντλημένη. Κοίταζε συνέχεια κάτω, ποτέ την Κ. στο πρόσωπο.
«Μα τι λέτε τώρα, δεν πειράζει. Ελάτε να σας σηκώσω να ακουμπήσετε καλύτερα» βιάστηκε να απαντήσει η Κ. νιώθοντας λίγο άσχημα που την είχε ξυπνήσει στην κατάστασή της.
Η γυναίκα δεν μιλούσε. Ανάσαινε βαριά και συνέχισε να κοιτάζει χαμηλά.
-Πηγαίνατε σπίτι σας;
Η γριά έγνεψε καταφατικά και έδειξε με το χέρι της πάλι προς τα αριστερά.
-Μην ανησυχείτε. Ηρεμίστε. Και’ γω από ‘κει πάω! Θα σας βάλω στο αμάξι και όπου μου πείτε θα σας αφήσω. Είναι μακριά το σπίτι σας;
-Όχι, …όχι ξεφύσησε.
-Ε, τότε μην ανησυχείτε! Θα πάμε προς τα κει, έτσι και αλλιώς στον δρόμο μου είναι.
Όντως ήταν προς τον δρόμο της και η Κ. είχε πραγματικά λυπηθεί την ηλικιωμένη γυναίκα. Ξανακοίταξε τριγύρω. Ψυχή. Πήρε αγκαζέ την γριά, άνοιξε την πόρτα και την τοποθέτησε με προσεχτικές κινήσεις στην θέση του συνοδηγού.
«Αύριο το αμάξι μέσα έξω πλύσιμο» συλλογίστηκε σχεδόν ντροπιασμένη για την ίδια της την σκέψη.
Έβαλε μπρος την μηχανή και ξεκίνησε.
-Θα μου πείτε εσείς που σας αφήνω...
-…χμ ναι .
Η γριά βυθισμένη στο κάθισμα είχε γυρίσει το πρόσωπό της προς το παράθυρο. Τα χαλαρωμένα της χέρια ήταν ακουμπισμένα στα γόνατά. Κάποια μέτρα πιο κάτω το αμάξι σταμάτησε στο κόκκινο.
-Πω πω, αυτό το φανάρι είναι μακράν το χειρότερο της πόλης. Μια ώρα κάνει να ανάψει!
Δεν πήρε καμία απάντηση. « Ας μιλήσω κι’ άλλο μπας και αισθανθεί καλύτερα η κακομοίρα. Εδώ δεν ξέρω καν πως την λένε». Η Κ. γύρισε προς το μέρος της γριάς, έτοιμη να της απευθύνει το λόγο.
Οι επίμονες κόρνες των από πίσω την ανάγκασαν να βάλει πρώτη και να ξεκινήσει. Είχε ανάψει πράσινο. Τα πόδια της έτρεμαν και με δυσκολία ήλεγχε τα πετάλια. Ήθελε να κλείσει τα μάτια και να ουρλιάξει. Δεν το έκανε. Η εικόνα της είχε καρφωθεί στο μυαλό! Την έβλεπε ξανά και ξανά. Είχε γυρίσει να ρωτήσει το όνομα της γριάς όταν το βλέμμα της σταμάτησε στο αριστερό χέρι που ακουμπούσε στο αριστερό γόνατο. Το μπλε μαντήλι είχε τραβηχτεί αποκαλύπτοντας τον καρπό της γριάς και μαζί ένα χρυσό, ανδρικό ρολόι.
Πάτησε το γκάζι αποφασιστικά και λίγο πριν, έκλεισε τα μάτια. Το Fiat της έπεσε με δύναμη στο μπροστινό αμάξι που ήταν σταματημένο στο φανάρι. Τα μάτια της ήταν ακόμη κλειστά όταν άκουσε την πόρτα του συνοδηγού να ανοίγει. Όταν τα άνοιξε είδε τον άντρα να τρέχει με όλες τις δυνάμεις του και να εξαφανίζεται σε ένα στενό. Βγήκε απ’ το αμάξι της μοναχά όταν ο οδηγός του μπροστινού αυτοκινήτου της χτύπησε το τζάμι.
« Χίλια συγνώμη» ψέλλισε. «Πρέπει να σας πω..»
Του διηγήθηκε όλη την ιστορία. Το ίδιο έκανε και μερικά λεπτά αργότερα στους αστυνομικούς που κατέφθασαν. Τα πόδια της έτρεμαν ακόμη όταν άκουσε έναν απ’ τους αστυνομικούς να την φωνάζει.
-Κοπελιά, η κλειδαριά στο πορτ μπαγκάζ σου είναι παραβιασμένη. Θα περιμένουμε κάποιον να έρθει να πάρει αποτυπώματα και μετά θα το ανοίξουμε.
Δεν ήξερε πόση ώρα καθόταν σε εκείνο το πεζούλι. Ένας μπάτσος με πολιτικά και γάντια περιεργαζόταν όλο το αμάξι. «Αυτός για τα αποτυπώματα θα είναι» σκέφτηκε. «Άντε να τελειώνει, να σηκωθώ να φύγω».
Κοίταζε την άσφαλτο χαμένη αλλά ανακουφισμένη. Απορούσε με τον ίδιο της τον εαυτό. Το να πέσει με φόρα στο αμάξι που ήταν μπροστά της ήταν μια αναπάντεχα ώριμη σκέψη δεδομένης της ταραχής της. Ξεφύσησε. «Άστο να φύγει Κ.» μονολόγησε «άστο να φύγει».
-Νίκο! μαλάκα, έλα να δεις..
Η Κ. σήκωσε το βλέμμα της. Ο μπάτσος με τα πολιτικά είχε μόλις ανοίξει το πορτ μπαγκάζ και φώναζε έναν απ’ τους συναδέλφους του προς τα’ κει. Σηκώθηκε και αυτή σχεδόν μηχανικά. Θυμόταν ότι το πορτ μπαγκάζ της ήταν άδειο. Ήταν γεμάτο άμμο απ’ το νησί και πριν από καμιά βδομάδα της είχε πάρει μισή ώρα να το καθαρίσει.
-Να υποθέσω πως αυτά δεν είναι δικά σας…
Κοίταξε μέσα. Δεν απάντησε. Άρχισε να τρέμει, τυλίχτηκε ακόμα πιο σφιχτά μέσα στην γαλάζια ζακέτα και με τα χέρια σταυρωμένα πίεζε δυνατά την κοιλιά της. Σχεδόν γονάτισε στο λείο πεζοδρόμιο ενώ οι εικόνες επέστρεφαν στα μάτια της. Είδε το στενό, είδε την γριά πάνω στο αμάξι, «πώς δεν τον κατάλαβα!» σκέφτηκε. Μετά είδε την σκηνή που την έβαλε μέσα στο αμάξι και ξεκίνησαν. Δεν είδε το χρυσό ρολόι και δεν άκουσε τον θόρυβο που έκανε το Fiat χτυπώντας τον μπροστινό. Αντί γι’ αυτά άρχισε να φτιάχνει σενάρια με το τι θα γινόταν αν δεν είχε καταλάβει. Δεν άντεξε για πολύ. Σύντομα ξέσπασε σε λυγμούς.
Ο μπάτσος άπλωσε μέσα στο πορτ μπαγκάζ το χέρι με το φορεμένο γάντι και έπιασε το τυλιγμένο χοντρό σχοινί. Το σήκωσε και το έβαλε μέσα σε μια μαύρη σακούλα. Μετά, σήκωσε ακριβώς από δίπλα το πριόνι και το τοποθέτησε προσεχτικά στο κουτί που κρατούσε ο συνάδελφός του από πίσω.
k.
Σεπτέμβρης 2009